ΚΟΣΜΟΣΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γύριζε τον κόσμο παραδομένος σε μια εύθυμη μέθη

Ο Εβραίος Ισαάκ Μπάμπελ ελίχθηκε με την οξυδέρκεια του κρυφού αφηγητή και με τη δεξιοτεχνία του αφανούς διπλωμάτη ανάμεσα σε Ρώσους ορθοδόξους και Πολωνούς καθολικούς, που μισούσαν οτιδήποτε εβραϊκό.

Τον Ιούλιο του 1920 ο Ισαάκ Μπάμπελ υπηρετεί με το «Κόκκινο Ιππικό» στον ρωσοπολωνικό πόλεμο.

Τον Ιούλιο του 1920 ο Ισαάκ Μπάμπελ υπηρετεί με το «Κόκκινο Ιππικό» στον ρωσοπολωνικό πόλεμο. Η ομότιτλη συλλογή διηγημάτων του (εκδ. Ροές, μτφρ. Β. Πουλάκος) υπερβαίνει την επίπεδη «πολεμική περιπέτεια». Οι ειδεχθείς ωμότητες αναποδογυρίζονται από μια υπερβατική ποιητική μέθεξη, που καλύπτει το σύμπαν με το αόρατο πέπλο της.  

«Η μοίρα έριξε στα πόδια μου ένα ευαγγέλιο, που όλος ο κόσμος αγνοούσε την ύπαρξή του», γράφει στο «Ο παν Απόλεκ» αυτός ο Εβραίος που ελίσσεται με την οξυδέρκεια του κρυφού αφηγητή και με τη δεξιοτεχνία του αφανούς διπλωμάτη ανάμεσα σε Ρώσους ορθοδόξους και Πολωνούς καθολικούς, που μισούν ο ένας τον άλλον και οι δύο μαζί οτιδήποτε εβραϊκό.

Στο Νόβογκραντ, ο Μπάμπελ συναντάει έναν περιπλανώμενο Πολωνό αγιογράφο, τον Απόλεκ, ο οποίος φιλοτεχνεί επεισόδια βιβλικά, δίνοντας στις άγιες μορφές τα πρόσωπα και τις εκφράσεις των ταπεινών, έως και χθόνιων, ατόμων της καθημερινότητάς του. «Ιωσήφ με άσπρα μαλλιά με χωρίστρα στη μέση, Χριστοί με πομάδα στα γένια, χωριάτισσες Παναγίες παραμορφωμένες από το πάχος με τα μπούτια ανοιχτά» – για τον Απόλεκ δεν υπήρχε όριο στην αγιότητα των απλών ανθρώπων.

«Γύριζε τον κόσμο παραδομένος σε μια εύθυμη μέθη», γράφει ο Μπάμπελ, ο οποίος γίνεται ο καλύτερός του ακροατής: ο Απόλεκ τού διηγείται πώς ο Ιησούς παντρεύτηκε την παρθένα της Ιερουσαλήμ Δεβόρα. Τη νύχτα του γάμου της με νεαρό Ισραηλίτη έμπορο, η Δεβόρα, με το που είδε τον άνδρα της να ζυγώνει στο κρεβάτι, ξέρασε όσα είχε φάει.

Ο άνδρας της την παράτησε επί τόπου και η οικογένειά της ντροπιάστηκε. «Τότε ο Ιησούς, βλέποντας τα απίστευτα βάσανα της γυναίκας που ποθούσε τον άντρα της και συνάμα τον φοβόταν, φόρεσε τα ρούχα του γαμπρού» και «γεμάτος συμπόνια ενώθηκε με τη Δεβόρα, που κειτόταν ξαπλωμένη μέσα στα ξερατά της».

Η γυναίκα υπερηφανεύτηκε για τη διακόρευσή της, μα «ένας θανατερός ιδρώτας έλουσε το κορμί του Ιησού και η μέλισσα της θλίψης τον τσίμπησε στην καρδιά»: ο διστακτικός γαμπρός εξαφανίζεται στην έρημο με τον Βαπτιστή.

Η Δεβόρα γέννησε το παιδί του αργότερα. «Τι απέγινε αυτό το παιδί;», φώναξε έκπληκτος ο Μπάμπελ. «Το κρύψανε οι παπάδες», αποκρίνεται σοβαρά ο λωλός ζωγράφος, που θέλει διακαώς να ζωγραφίσει τον «γραφιά» ως Αγιο Φραγκίσκο, «μ’ ένα πουλί στο μανίκι, είτε περιστέρι είτε καρδερίνα…».

Αλίμονο! Θα το κάνει αντ’ αυτού ο Στάλιν, φυτεύοντας μια σφαίρα στον αυχένα του Μπάμπελ, το 1940. Ομως, εκείνο το καλοκαίρι του 1920, «το φεγγάρι αλήτευε στην πόλη. Κι εγώ πήγαινα μαζί του, ζεσταίνοντας στα βάθη του είναι μου ανέφικτα όνειρα και παράφωνα τραγούδια».

Ηλίας Μαγκλίνης

What's your reaction?