ΕΛΛΑΔΑΕΥΡΩΠΗΜΕΤΑΛΛΑΞΗΝΕΑΥΓΕΙΑ

Όμικρον: Είναι καλύτερη η «φυσική ανοσία» από το εμβόλιο;

Με φόντο την εξάπλωση της μετάλλαξης Όμικρον, αρκετοί διερωτώνται: Θα μπορούσε η ανοσία από μια λοίμωξη να αποτελεί την καλύτερη προστασία έναντι του ιού, ειδικά καθώς αυτός συνεχίζει να μεταλλάσσεται

Οι περισσότερες χώρες αποδέχονται την ανάρρωση από κορωνοϊό ως μια μορφή ανοσίας απέναντι στην COVID-19. Αυτό σημαίνει ότι, εάν έχετε πρόσφατα μολυνθεί και μετά την ανάρρωσή σας, θεωρείστε επαρκώς ανοσοποιημένοι.

Αλλά πόσο προστατεύουν τα αντισώματα από μόλυνση, σε σύγκριση με τα αντισώματα του εμβολίου; Και πώς η Όμικρον επηρεάζει την εξίσωση;

Η απάντηση, όπως τονίζει σε δημοσίευμά της η Deutsche Welle, δεν είναι απλή. Μέχρι στιγμής, έρευνες δείχνουν ότι εξαρτάται κυρίως από την παραλλαγή με την οποία μολύνθηκε κάποιος και πότε βρέθηκε θετικός.

Τι γνωρίζουμε μέχρι στιγμής από τις έρευνες για την ανάρρωση έναντι του εμβολιασμού

Πριν από το κύμα της μετάλλαξης Όμικρον, ο γενικός επιστημονικός κανόνας ήταν ότι μια περίοδος μόλυνσης (από οποιαδήποτε παραλλαγή) παρέχει συγκρίσιμη ανοσία με μία μόνο δόση εμβολίου, σύμφωνα με τον επικεφαλής του τμήματος μολυσματικών ασθενειών στο Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο Hamburg-Eppendorf, καθηγητή Julian Schulze zur Wiesch.

Προτού η Όμικρον γίνει μέρος της εικόνας, στοιχεία έδειχναν ότι σε γενικές γραμμές τα άτομα που είχαν αποκτήσει ανοσία μέσω μόλυνσης από COVID προστατεύονταν τους επόμενους μήνες μετά τη μόλυνση, αλλά αυτή η ανοσία άρχιζε να μειώνεται έπειτα από τέσσερις έως έξι μήνες. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν αυτή η «φυσική ανοσία» προ της Όμικρον παρείχε μεγαλύτερη προστασία από τον εμβολιασμό.

Μελέτη που δημοσιεύτηκε στα τέλη του Οκτωβρίου 2021 από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) διαπίστωσε ότι οι μη εμβολιασμένοι ενήλικες που βρέθηκαν θετικοί τρεις έως έξι μήνες νωρίτερα, εμφάνιζαν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες να βγουν ξανά θετικοί στον ιό από τους εμβολιασμένους ενήλικες που δεν είχαν μολυνθεί προηγουμένως. Η μελέτη αναγνώριζε ότι η έρευνα έγινε μόνο σε ασθενείς με αρκετά σοβαρά συμπτώματα που απαιτούσαν νοσηλεία και ότι τα αποτελέσματα μπορεί να μην ισχύουν στον ίδιο βαθμό σε ασθενείς που δεν νοσηλεύτηκαν.

Της έκθεσης του CDC προηγήθηκε ισραηλινή μελέτη, τον Αύγουστο, με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα. Εκείνη η μελέτη, διαπίστωνε ότι τα άτομα που είχαν λάβει το εμβόλιο των BioNTech-Pfizer και δεν είχαν προηγουμένως βρεθεί θετικά στην COVID, είχαν 13 φορές περισσότερες πιθανότητες να μολυνθούν από τη μετάλλαξη Δέλτα σε σύγκριση με άτομα που είχαν μολυνθεί αλλά δεν είχαν εμβολιαστεί. Αυτή η έρευνα, η οποία δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί, εξέτασε περίπου 30.000 άτομα, ενώ η μελέτη των CDC σημαντικά λιγότερα (7.000).

«Είναι κάπως μπερδεμένο, γιατί υπάρχουν τόσες πολλές μεταβλητές», δήλωσε στη DW ο επικεφαλής του τμήματος μολυσματικών ασθενειών στο Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο Hamburg-Eppendorf. Αυτό συμβαίνει επειδή η ανοσολογική απόκριση είναι πολύπλοκη και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: Τον χρόνο μόλυνσης, την παραλλαγή, τον τύπο του εμβολίου, την ενισχυτική δόση, αλλά και τη συνολική δύναμη του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η ηλικία είναι πιθανώς σημαντική για την πιθανότητα επαναμόλυνσης

Έρευνα μαρτυρά επίσης ότι η ηλικία είναι πιθανό να παίξει ρόλο στο αν κάποιος μπορεί να μολυνθεί εκ νέου από κορωνοϊό. Μελέτη στην οποία συμμετείχαν Αμερικανοί βετεράνοι πολέμων και η οποία βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία αξιολόγησης, δείχνει ότι σε μεγαλύτερης ηλικίας άτομα, τα εμβόλια mRNA προσέφεραν ισχυρότερη προστασία έναντι λοίμωξης, νοσηλείας και θανάτου, σε σύγκριση με τη νόσηση. Αλλά για τους συμμετέχοντες κάτω των 65 ετών, η προστασία που προσέφεραν τα εμβόλια ήταν λίγο πολύ η ίδια με προγενέστερη μόλυνση, κατά την ίδια η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα άλλης μελέτης σε επίπεδο πληθυσμού στη Δανία, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο και η οποία βασίστηκε σε δεδομένα που συλλέχθηκαν κατά τη δεύτερη έκρηξη της πανδημίας, στα τέλη του 2020 -δηλαδή πριν τα εμβόλια γίνουν ευρέως διαθέσιμα-, μεταξύ των νεότερων ατόμων που είχαν βγει θετικοί στο πρώτο κύμα, η προστασία από μια νέα μόλυνση έφτανε περίπου στο 80%. Ωστόσο, μεταξύ των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω, η ανοσία που μέσω προηγούμενης μόλυνσης ήταν αποτελεσματική μόνο κατά 47%.

Πώς επηρεάζει την ανοσία η Όμικρον;

Το κύμα της μετάλλαξης Όμικρον είναι τόσο νέο που δεν υπάρχουν ακόμη οριστικά δεδομένα σχετικά με την ποιότητα της ανοσίας μέσω μόλυνσης, αλλά είναι πιθανό να είναι παρόμοια με άλλων παραλλαγών, σημείωσε ο επικεφαλής του τμήματος μολυσματικών ασθενειών στο Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο Hamburg-Eppendorf. Αυτό σημαίνει ότι εάν έχετε μολυνθεί με Όμικρον τις τελευταίες εβδομάδες, πιθανότατα είστε ασφαλείς από την επαναμόλυνση για τους επόμενους μήνες.

Επειδή όμως η Όμικρον έχει υψηλότερο ποσοστό μεταδοτικότητας από τα προηγούμενα στελέχη του ιού, απαιτούνται υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων για την πρόληψη της μόλυνσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η ανοσία που αποκτήθηκε μέσω δύο δόσεων του εμβολίου ή μόλυνσης από προηγούμενες παραλλαγές της COVID, δεν θα αποτρέψει απαραίτητα τη μόλυνση από Όμικρον. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι ανεξάρτητα από το αν έχει μολυνθεί κανείς προηγουμένως ή έχει κάνει δύο δόσεις του εμβολίου, η αναμνηστική δόση είναι η καλύτερη άμυνα κατά της επαναμόλυνσης.

Η αποτελεσματικότητα της προστασίας έναντι της Όμικρον που παρέχει η «φυσική ανοσία» από άλλες παραλλαγές της COVID μπορεί να φτάνει μόνο το 19%, σύμφωνα με μελέτη του Imperial College του Λονδίνου στα τέλη Δεκεμβρίου 2021.

Τα πρώιμα ευρήματα δείχνουν σε γενικές γραμμές ότι εφόσον έχετε κάποια μορφή ανοσίας -είτε μέσω δύο δόσεων εμβολίου είτε προηγούμενης λοίμωξης συν μιας δόσης- η πορεία μιας λοίμωξης με Όμικρον, είναι πιθανό να είναι ήπια.

Υπάρχει «σούπερ ανοσία»;

Το σώμα φαίνεται να ανταποκρίνεται καλύτερα σε ένα κοκτέιλ «μικτής» ανοσίας, σύμφωνα με τον καθηγητή, ο οποίος επικαλείται μελέτη που διεξήγαγε η ομάδα του μεταξύ Γερμανών εργαζομένων στον τομέα της υγείας το 2021. Ασθενείς που έλαβαν διαφορετικούς τύπους εμβολίων  φάνηκε να έχουν κάπως μεγαλύτερη προστασία.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα με συνδυασμό ανοσίας που αποκτήθηκε μέσω μόλυνσης συν δύο δόσεις εμβολίου, φαίνεται να είναι τα περισσότερο προστατευμένα. Οι ανοσολόγοι έχουν ονομάσει αυτό το φαινόμενο «υβριδική» ή «σούπερ» ανοσία.

Επιπλέον, ενώ ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι μια σοβαρή μόλυνση θα μπορούσε να αυξήσει τον αριθμό των αντισωμάτων, άλλες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει κάποια διαφορά.

Ωστόσο, αυτά τα ευρήματα δεν λαμβάνουν υπόψη την Όμικρον, επομένως δεν γνωρίζουμε ακόμη αν ισχύουν για το τρέχον κύμα. Παρά τα ερωτηματικά, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο για τον καθηγητή: Αν δεν μολυνθήκατε από Όμικρον τις τελευταίες δύο εβδομάδες, μία δόση εμβολίου είναι η καλύτερη ευκαιρία να αποφύγετε μια λοίμωξη από την COVID.

Με πληροφορίες από Deutsche Welle

What's your reaction?